|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο operation παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: banking
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | operation n | (maneuver, procedure) | διαδικασία ουσ θηλ | | | | διεργασία ουσ θηλ | | | (προσπάθεια) | εγχείρημα ουσ ουδ | | | Fitting this small part into the watch mechanism is a delicate operation. | | | Το να βάλεις αυτό το μικρό κομμάτι στον μηχανισμό του ρολογιού είναι μια λεπτή διαδικασία. | | operation n | (manner of working) (από κάποιον) | χειρισμός ουσ αρσ | | | | λειτουργία ουσ θηλ | | | The operation of this machine is quite simple. | | | Η λειτουργία αυτού του μηχανήματος είναι αρκετά απλή. | | operation n | (mission) | επιχείρηση ουσ θηλ | | | The police operation to catch the thieves was successful. | | | Η αστυνομική επιχείρηση τη σύλληψη των ληστών ήταν επιτυχημένη. | | operation n | (mathematics: procedure) | πράξη ουσ θηλ | | | (πιο πολύπλοκη) | διαδικασία ουσ θηλ | | | Multiplication is a mathematical operation. | | | Ο πολλαπλασιασμός είναι μια μαθηματική πράξη. | | operations npl | (business activities) | επιχειρηματικές δραστηριότητες επίθ + ουσ θηλ πλ | | | | δραστηριότητες επίθ + ουσ θηλ πλ | | | | επιχειρήσεις ουσ θηλ πλ | | | We manage our company's operations from our headquarters in London. | | | Διευθύνουμε τις δραστηριότητες της εταιρείας από τα κεντρικά μας στο Λονδίνο. | | operation n | (business) | επιχείρηση ουσ θηλ | | | This company is active in several countries; it's a large operation. | | | Αυτή η εταιρεία δραστηριοποιείται σε αρκετές χώρες. Είναι μια μεγάλη επιχείρηση. | | operation n | mainly UK (surgery) | εγχείρηση, επέμβαση ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | χειρουργείο ουσ ουδ | | | (σπάνιο) | χειρούργηση ουσ θηλ | | | Peter's knee is very painful and he needs an operation. | | | Το γόνατο του Πήτερ πονάει πολύ και χρειάζεται επέμβαση. |
|
|